Το χωριό μου είναι η Αθήνα.
Ένας έρωτας που κρατάει χρόνια. Ένας έρωτας βασανιστικός, αργός, βουβός, ασπρόμαυρος.
Έφυγα μα δε σε εγκατέλειψα.
Κάθε φορά που γυρνάω σε αγκαλιάζω σα νά ΄ναι η προτελευταία. Σε φιλάω μέσα στη χούφτα μου, παίρνεις ανθρώπινη μορφή, σε ψηλαφώ, ανιχνεύω με λατρεία τις παλιές γνωστές ρυτίδες σου, με θαυμασμό τις καινούριες σου. Σου χαμογελάω, σου μιλάω στη δική μας γλώσσα – κανείς δε μας ακούει, βρίσκω την ευκαιρία να σου ψιθυρίσω τα δάκρυά μου. Σε διοχετεύω στους πόρους μου. Σε φυλάω εκεί με ευλάβεια. Δε μου θυμώνεις που όλο φεύγω. Δε σου θυμώνω που σε μοιράζομαι. Τη μοναδικότητά μας δεν την απειλεί κανένας – χωρισμός, καμμία – απόσταση.
Ξυπόλυτη, ξαμολημένη εξαγνίζομαι στα ψηφιδωτά σου μονοπάτια. Μόνο εσύ αφουγκράζεσαι τα βήματά μου και μου αρκεί. Μου ζητάς να γυρίσω μα δεν τον εννοείς. Σου συγχωρώ όλα σου τα ψέματα γιατί εγώ σου τα έχω ζητήσει. Ζηλεύω την υπομονή σου. Ζηλεύεις την επιμονή μου. Και είναι αυτός ο ζήλος που, χρόνια τώρα, κάθε μέρα παρουσίας και απουσίας, αναζωπυρώνει τον έρωτά μας.
Είναι καλύτερα να σου λείπει κάτι, παρά να το μπουχτίζεις – έγραψα στο one way εισιτήριό μου πριν 15 χρόνια. Ανανεώνω τους όρκους μου σε κάθε εισιτήριο επιστροφής.